Οταν ήμουν 36, κάθε πρωί, πηγαίνοντας την κόρη μου στον παιδικό σταθμό, συναντούσα την γειτόνισα που περίμενε το σχολικό μαζί με τον γιο της. Η κυρία άλογο κούρσας. Σχεδόν 1,80, μαλλί και βάψιμο στην πένα κι ας ήταν πρωί-πρωί. Την κοίταζα, με κοίταζε και μέχρι εκεί. Κάποια στιγμή διαπίστωσα ότι το παράθυρο του μπάνιου μας έβλεπε το παράθυρο του δικού της μπάνιου, περίπου στα 20 μέτρα απόσταση, γιατί μεσολαβούσε ένα χαμηλό κτίσμα.
Μια μέρα, που ήμουν μόνος στο σπίτι, πλένοντας τα χέρια μου, βλέπω την κυρία να με καρφώνει από το δικό της παράθυρο. Της χαμογέλασα και ίσως να έκανα κι ένα νεύμα χαιρετισμού. Αντί για απάντηση, η κυρία κατέβασε την πετσέτα που σκουπιζόταν και μου μοστράρισε δύο βύζους απίστευτους. Ευτυχώς, δεν τα έχασα, της έκανα νόημα να περιμένει και πήρα ένα χαρτόνι κι έγραψα με μεγάλους αριθμούς το τηλέφωνό μου. Δεν πρόλαβα να γυρίσω την πλάτη και το τηλέφωνο χτυπούσε. Το πρώτο πράγμα που μου είπε ήταν: «Να ξέρεις, είμαι παντρεμένη και δεν απατάω τον άντρα μου»
«Οκ» της λέω, «αύριο πάω Θεσσαλονίκη για δουλειά αυθημερόν κι αν θέλεις έρχεσαι παρέα».
«Που συναντιόμαστε;» μου λέει.
Τα κανονίζουμε και την άλλη μέρα στην ώρα της, μπαίνει στο αυτοκίνητο και φεύγουμε. Ούτε θυμάμαι πόσες φορές πηδηχτήκαμε στο πήγαινε και πόσες στο έλα.
Ετσι ξεκίνησε μια ιστορία που κράτησε 3 χρόνια περίπου.
Ο άντρας της ήταν ναυτικός και η κυρία έμενε απότιστη.
Μαζί της έκανα τα πιο λυσσασμένα πηδήματα, συνήθως στο σπίτι της.
Το μόνο μειονέκτημα ότι δεν έδινε κώλο.
Κόψαμε, γιατί δεν έσβηνε τα μηνύματά της από το κινητό και μου είπε ότι τα βρήκε ο άντρας της, αν κι εγώ νομίζω ότι του τα έδειξε η ίδια, ως εκδίκηση, γιατί υποψιαζόταν ότι κι εκείνος ξενοπηδούσε.
Αυτά…