Ο ένας εξομολογείται πόσο πολύ απογοητεύτηκε από τον Σαββόπουλο λέγοντας ότι οι πολιτικές επιλογές του τελευταίου τον έκαναν να μην μπορεί να απολαύσει τα τραγούδια του. Στην ουσία μας λέει ότι για να απολαύσεις την τέχνη κάποιου πρέπει να συμφωνείτε στα πολιτικά ή να είναι στρατευμένος.
Μια άλλη τον συγχωρεί για τις επιλογές του, σαν να είναι η ίδια σε κάποιον ανώτερο θρόνο από τον οποίο κρίνει το ποιος θα συγχωρεθεί και ποιος όχι. Τον συγχωρεί που τόλμησε να αποστασιοποιηθεί από την αγία Αριστερά. Από μια Αριστερά που έχει θρονιάσει διάφορα τίποτα σαν και του λόγου της.
Ένας τρίτος διαμαρτύρεται με το ότι θα κηδευτεί δημοσία δαπάνη, γιατί αναρωτιέται "Τι προσέφερε ο Σαββόπουλος στην Ελλάδα;" Και συνεχίζει "Επειδή κάποτε ενέπνευσε νέα άτομα; Και ο Οικονομόπουλος εμπνέει νέους σήμερα, θα τον κηδέψουμε δημοσία δαπάνη;". Μάλιστα, τι Σαββόπουλος, τι Οικονομόπουλος.
Κάποιοι τέταρτοι γελούν με όσους τον παρουσιάζουν σαν κορυφαίο καλλιτέχνη. Το θεωρούν αχρείαστη αγιολογία, μη μπορώντας να καταλάβουν το πόσα χρωστάει η Ελλάδα σε ποιητές σαν τον Διονύση Σαββόπουλο. Θα αρκούσε μια ματιά στο πόσοι άνθρωποι, κάθε ηλικίας και από κάθε πολιτικό χώρο, διατηρώντας την αξιοπρέπεια τους, στενοχωρήθηκαν από τον θάνατο του και ένιωσαν πως κάτι σημαντικό χάθηκε.
Τι κοινό έχουν όλοι οι παραπάνω (και όσοι παπαγαλίζουν τα ίδια); Ένα κοινό που έχουν είναι η ιδεολογία που τους δένει. Πρόκειται γι' αυτό το υβρίδιο που ονομάστηκε Συριζανέλ, το οποίο στην Ελλάδα έχει γίνει μανούλα στην κακολογία και στο hate speech. Ένα δεύτερο είναι ότι δεν έχουν προσφέρει τίποτα αξιόλογο στην ανθρώπινη ή και στην ελληνική ιστορία. Είτε πρόκειται για άσημους πολιτικάντηδες και στρατευμένους καλλιτέχνες, είτε για άτομα που συνεισφέρουν στη διακίνηση κάθε είδους παραλογισμών, τοξικότητας και ψευδών ειδήσεων, είτε για άτομα που μόνη τους συμβολή στην κοινωνία τον ανθρώπων ήταν η τεκνοποίηση, είτε για άτομα που είναι γνωστά μονο λόγω οικογενειακής καταγωγής. Είναι οι καμαριέρηδες για τους οποίους κάνει λόγο ο Χέγκελ στη Φιλοσοφία της Ιστορίας. Κανένας άνθρωπος δεν είναι ξεχωριστός για τον καμαριέρη του. Όχι επειδή δεν είναι όντως ξεχωριστός ο πρώτος αλλά επειδή αυτός που τον κοιτάζει έχει αναγκαστικά την προοπτική ενός καμαριέρη. Δεν μπορεί να δει κάτι περισσότερο. Είναι κι αυτός ο άπειρος ελληνικός φθόνος που πάντα προσπαθεί να υποβιβάσει όσα δεν μπορεί να φτάσει.
Από εδώ:
Asterios Kechagias