Εγώ συνήθως λέω αυτό:
Φύσηξε, αγέρα, σκίσ’ τ’ ασκιά σου! Λύσσα! Φύσα!
Νεροποντές και καταρράχτες, σεις, χυθείτε,
ως να ποτίσετε πυργιά κι ανεμοδείχτες!
Σεις, φλόγες θειαφίνες και σαν τη σκέψη γλήγορες
προδρόμοι του δρυκόπου αστραποπέλεκου,
τ’ άστρα μαλλιά μου καψαλίστε!
Και συ, που σύμπαντα ταράζεις, κεραυνέ,
χτύπα της γης τον στρόγγυλο όγκο, κάν’ τον πλάκα!
Της φύσης σύντριψε τις μήτρες, λύωσε μονομιάς
όλους τούς σπόρους πού γεννούν αχάριστους ανθρώπους.
Χύσου, βροχή! Η βροχή, ο αγέρας, η βροντή,
η αστραπή δε είναι κόρες μου. Μαζί σας,
στοιχεία μου, δεν τα βάζω για την ασπλαχνιά σας.
Σε σας δε μοίρασα βασίλειο, δε σας είπα
παιδιά μου, εσείς δε μου χρωστάτε υποταγή.
Λοιπόν, ας πάψει το φριχτό σας γλέντι· εδώ
σκλάβος σας στέκω, ένας φτωχός σακατεμένος,
ανήμπορος και καταφρονεμένος γέρος