Ας συνοψίσουμε και να το λήξουμε γιατί καταντάει βαρετό.
Η πουτάνα ετυμολογείται εκ του λατινικού putidus, δηλαδη: σάπιος, ρυπαρός και δύσοσμος.
Πριν όμως οι Λατίνοι ανακαλύψουν τις μαράκες, στα μέρη μας η εταίρα Φρύνη προσέφερε δωρεάν φραπέ στο Διογένη επειδή θαύμαζε το μυαλό του, η δε ιερόδουλη Διοτίμα έδινε τον απόλυτο ορισμό του έρωτα στο κάθε άλλο παρά πλατωνικό Συμπόσιο.
Και απο το
:
Η μοναδική πρωτοτυπία, ωστόσο, της λέξης πουτάνα έγκειται στο πλήθος των ερμηνειών που επιδέχεται, όταν χρησιμοποιείται αναφορικά. Όποτε ο νεοέλληνας, και ειδικότερα ο αρσενικός, χαρακτηρίζει μια γυναίκα πουτάνα μπορεί να εννοεί, πρακτικά, οτιδήποτε. Εδώ να σημειωθεί ότι αν την αποκαλέσει “πουτάνα”, σε κλητική πτώση, η πολυσημία ελαχιστοποιείται σε αμφισημία: ή, σπανίως, το λέει χαϊδευτικά, για πλάκα (κατ’ αναλογία με το μαλάκα που προαναφέραμε) ή τη βρίζει στυγνά. Αν όμως η λέξη χρησιμοποιηθεί ως προσδιορισμός, λόγου χάρη “η Κούλα είναι πουτάνα”, τότε μόνο τα συμφραζόμενα μπορούν να οδηγήσουν το συνομιλητή σε ασφαλές συμπέρασμα. Η πρόταση, ως έχει, επιδέχεται δεκάδες ερμηνειών, εκ των οποίων οι μισές αλληλοσυγκρουόμενες. Και πόσα διαφορετικά συναισθήματα μπορεί να κρύβει! Ων ουκ έστι αριθμός, φίλοι μου.
Πιο συγκεκριμένα, η λέξη πουτάνα ενδέχεται να σημαίνει:
1) Επαγγελματίας ιερόδουλος, κοινώς πόρνη
π.χ. Ποια Λάουρα, ρε, αυτή είναι πουτάνα στη Φυλής, την έχω πηδήξει.
Χωρίς ιδιαίτερη χροιά, δηλώνει, απλώς, επάγγελμα. Ο αντίστοιχος αρσενικός όρος, ο πόρνος, χρησιμοποιείται σπάνια, και η έννοια συνήθως εκφράζεται περιφραστικά και ψιθυριστά (ο Τάσος πηδιέται για φράγκα / στήνει κώλο σε ανώμαλους)· προσέξατε πώς εδώ η κοινωνική κατακραυγή μεταφέρεται σ’ αυτόν που πληρώνει, ε;
2) Καλή στο κρεβάτι
π.χ. Και που λες, γδυνόμαστε και μου αρχίζει κάτι κόλπα, η πουτάνα…
Εκφέρεται με δέος, γλυκιά νοσταλγία, μια υποψία τρόμου (όσο και να φαντασιώνεσαι το ακραίο, άμα το βρεις μπροστά σου κάπου αγριεύεσαι) και προεόρτια στύσης. Μια γυναίκα που θα ’θελε να περιγράψει αντίστοιχη εμπειρία με έναν άντρα, συνήθως δε χρησιμοποιεί προσδιορισμό. Χρησιμοποιεί επιφωνήματα. Και εκατοστά.
3) Άπιστη γυναίκα, μοιχαλίδα
π.χ. Ο κακομοίρης δουλεύει μέρα νύχτα κι η πουτάνα η γυναίκα του πηδιέται με τον υδραυλικό.
Είναι ηλίου φαεινότερον ότι ο ομιλητής συμπάσχει με τον παθόντα κερατά. Η κολλητή της, φέρ’ ειπείν, θα ξεκινούσε τη διατύπωση με το: ο μαλάκας ο άντρας της δεν πατάει σπίτι μέρα νύχτα… Ο μοιχός, πάλι, αποκαλείται συνήθως μπερμπάντης, περισσότερο χαϊδευτικά παρά επιτιμητικά.
4) Ελκυστική γυναίκα (ειδικά αν φοράει οτιδήποτε λιγότερο ανδροπρεπές από χλαίνη, παραλλαγή και άρβυλα)
π.χ.
– Ρε μαλάκα , την έκοψες την γκομενίτσα που πέρασε με το μίνι;
– Ναι, την πουτάνα!
Και πάλι συγχέονται η επιδοκιμασία, η αποδοκιμασία και, φυσικά, η έλξη. Τελικά, οι μεσογειακοί λαοί είναι πολύ πουριτανοί .
5) Γυναίκα με τακτική σεξουαλική ζωή (κυρίως με διαφορετικούς εραστές)
π.χ. Η πουτάνα η Ευλαμπία έχει ξεπετάξει ολόκληρο τον Κολωνό.
Ο αρσενικός ομιλητής εξανίσταται ελαφρώς με το ότι η Ευλαμπία πηγαίνει με πολλούς αντί για έναν, βαρέως που δεν είναι αυτός ο ένας, και αβάσταχτα αν ειδικά σ’ αυτόν δεν κάθεται, βλ (6). Αν πάλι πρόκειται για γυναίκα, φουρκίζεται που δεν έχει ξεπετάξει η ίδια ολόκληρο τον Κολωνό. Τα αρσενικά γαμίκουλας, πηδηχταράς είναι, προφανώς, κοσμητικά, ενώ το σαβουρογάμης δηλώνει έλλειψη επιλεκτικότητας. Για την Ευλαμπία δεν υπάρχουν τέτοιες αποχρώσεις.
6) Γυναίκα που δεν κάθεται στον ομιλητή
π.χ. Της την έπεσα κι η πουτάνα μού ’ριξε χυλόπιτα .
Εδώ δε μας απασχολούν τα λοιπά της κατορθώματα. Μα να μην κάτσει σ’ ΑΥΤΟΝ; Αρσενικό αντίστοιχο, ο γνωστός και μη εξαιρετέος μαλάκας.
7) Λεσβία
π.χ.
– Τα ’μαθες; Η Τασία κάνει πλακομούνια με τη Σούλα!
– Α, τις πουτάνες!
Για ανεξιχνίαστους λόγους, ταυτίζονται δύο αντικρουόμενες έννοιες. Το μόνο κοινό είναι το ότι πρόκειται για πράγματα “ανεπίτρεπτα”, αν και εδώ λανθάνει και μια λαγνεία, αφού η συνηθέστερη φαντασίωση του νεοέλληνα είναι να πηδήξει δυο γκόμενες ταυτόχρονα. Σε βαγόνι τρένου. Το αντίστοιχο αρσενικό είναι ο πούστης, και αυτό είναι, επιτέλους, λογικό.
8) Γυναίκα έξυπνη και αποτελεσματική (κατηγορία με υποπεριπτώσεις)
Ι / Που δεν πιάνεται εύκολα κορόιδο
π.χ. Μην προσπαθήσεις να της φας λεφτά. Στην πουτάνα πουτανιές δεν κάνουνε.
Όπως θα λέγαμε ότι ένας άντρας είναι μάγκας ή ξύπνιος.
ΙΙ / Μπασμένη στα κόλπα (συνήθως ψιλοπαράνομα)
π.χ. Είσαι 24ο εξάμηνο και θες πάσο; Τράβα βρες τη Μαρία, είναι πουτάνα σ’ αυτά.
Η φράση κατ’ εξαίρεση χρησιμοποιείται καμιά φορά και για άντρες, και έχει συνώνυμα τα: μανούλα, μαφία.
ΙΙΙ / Επινοητική
π.χ. Μα καλά, πού το σκέφτηκε η πουτάνα;
Εκφράζει απορία, θαυμασμό και ζήλια. Για άλλη μια φορά, ο πούστης είναι ο αντίστοιχος χαρακτηρισμός για αγοράκια.
9) Κακή ψυχή, γυναίκα υστερόβουλη και ψεύτρα
π.χ. Μην την εμπιστεύεσαι, είναι μεγάλη πουτάνα.
Η κλασικότερη ατάκα, σύμφωνη με την πεποίθηση ότι η πουτάνα ενσαρκώνει όλα τα αρνητικά της γυναικείας φύσης. Με την ίδια λογική, ο πούστης που λέγαμε είναι το κατακάθι της αντρικής, εξ ου και οι θρυλικές φράσεις "πουτάνα ζωή", "πούστη Δία".