Juan Manuel Fangio
Ζώντας σε μια εποχή εντελώς διαφορετική από τη σημερινή, ο Fangio, για πολλούς ο μεγαλύτερος οδηγός αγώνων που εμφανίστηκε ποτέ, είχε μια καριέρα που σε τίποτα δεν μοιάζει με τα δεδομένα των σύγχρονων αγώνων. Το 1948, όντας ήδη στα 37 του χρόνια (σε μια ηλικία που οι σημερινοί οδηγοί έχουν αποσυρθεί πλέον από τους αγώνες) ξεκινούσε τη διεθνή του καριέρα συμμετέχοντας σε ευρωπαϊκούς αγώνες με αυτοκίνητο της Λέσχης Αυτοκινήτου Αργεντινής. Βέβαια, από πολύ νωρίτερα είχε δείξει δείγματα του εξαιρετικού του ταλέντου, όμως ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος που μεσολάβησε, ήταν η αιτία για την καθυστερημένη εμφάνισή του στη διεθνή σκηνή.
Το πρώτο δείγμα του ξεχωριστού ταλέντου του ήλθε το 1939, όταν έλαβε μέρος στο Grand Prix της Αργεντινής (όπως ονομαζόταν τότε ο αγώνας αντοχής που διέσχιζε την Αργεντινή) με ένα αυτοκίνητο συναρμολογημένο από τους θαυμαστές του. Το αυτοκίνητο, που είχε σασί Ford και κινητήρα Chevrolet, ξεκίνησε στην 108η θέση και κατάφερε να τερματίσει 5ο. H Chevrolet πρόσεξε την επίδοση του οδηγού και φρόντισε να βοηθήσει την προσπάθειά του στους αγώνες αυτούς.
Η πρώτη του νίκη ήρθε ένα χρόνο αργότερα, σ’έναν παρόμοιο αγώνα, στο Gran Premio del Norte, έναν αγώνα αντοχής διαρκείας αρκετών ημερών από το Μπουένος Άιρες στη Λίμα του Περού, πάνω από τις Άνδεις.
«Εκεί έμαθα καλό έλεγχο του αυτοκινήτου», δήλωνε αργότερα. «Οδηγώντας γρήγορα σε λασπωμένους δρόμους, μαθαίνεις να αισθάνεσαι πού βρίσκονται οι τροχοί σου μέσα από την πλάτη του καθίσματος.»
Οι επιτυχίες του στην Αργεντινή συνεχίστηκαν, δεν υπήρχαν όμως διεθνείς αγώνες, λόγω του πολέμου, ώστε ο Fangio να αναδειχθεί και έξω από τα σύνορα της χώρας του. Με το τέλος του πολέμου όμως, ξαναγεννήθηκε το μεγάλο ενδιαφέρον για αγώνες με μονοθέσια και τα Grand Prix ξεκίνησαν σε όλες τις πόλεις της Ευρώπης. Οι πρώτες νίκες ήλθαν το 1949, με Simca και Ferrari και από την επόμενη χρονιά που ξεκινούσε και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, η Alfa Romeo φρόντισε να τον έχει στην ομάδα της.
Στον δεύτερο μόλις αγώνα πήρε την πρώτη του νίκη και την πρώτη αυτή αγωνιστική χρονιά, κέρδισε δύο ακόμη Grand Prix. Τον επόμενο χρόνο, το 1951, κέρδισε και πάλι τρεις αγώνες, μαζεύοντας αρκετούς βαθμούς ώστε να κατακτήσει τον πρώτο από τους πέντε τίτλους Πρωταθλητή Οδηγών (ο πρώτος ήταν με Alfa Romeo, οι επόμενοι δύο με Mercedes, ένας με Ferrari και ο τελευταίος με Maserati). Οι υπόλοιποι τέσσερις μάλιστα ήλθαν στη σειρά, από το 1954 ως το 1957, σημαδεύοντας την απόλυτη κυριαρχία του, σε μία εποχή που ο συναγωνισμός ήταν πραγματικά σκληρός, οι αντίπαλοι εξίσου καλοί ενώ οι διαφορές των αυτοκινήτων δεν ήταν τέτοιες που να είναι αξεπέραστες από το ταλέντο των οδηγών.
Η πλέον γνωστή στιγμή της καριέρας του είναι σίγουρα η νίκη του στο Γερμανικό Grand Prix του 1957, στο τρομερό Nurburgring στο τιμόνι μίας Maserati. Μετά από μια στάση στα πιτς, που τον καθυστέρησε και τον άφησε 48’’ πίσω από τον Mike Hawthorn και τον Peter Collins, ο Fangio μπήκε ξανά στην πίστα και εξαπέλυσε μια απίστευτη επίθεση, σπάζοντας το ρεκόρ του γύρου δέκα φορές τη μια μετά την άλλη, φτάνοντας τελικά τις δύο Ferrari και περνώντας τις -στο δρόμο για μια απίστευτη νίκη- με διαφορά 3,6’’. Το προηγούμενο ρεκόρ του από την περασμένη χρονιά ήταν 9’41,6’’ και ενώ στις δοκιμές το είχε κατεβάσει μέχρι τα 9’25,6’’. Στην απίστευτη "έκρηξή" του στον αγώνα το κατέβασε στα 9’17,4’’.
Ας μην ξεχνάμε ότι, εκείνη την εποχή, οι οδηγοί έπαιζαν πραγματικά το κεφάλι τους, αφού οι αγώνες ήταν σημαντικά πιο επικίνδυνοι από ότι είναι σήμερα. Τα μέτρα ασφαλείας ήταν ελάχιστα ενώ η παθητική ασφάλεια των αυτοκινήτων πρακτικά ανύπαρκτη. Ο Fangio είχε ήδη γλιτώσει από ένα σοβαρό ατύχημα το 1952 στη Μonza, όταν το αυτοκίνητό του βγήκε από το δρόμο και χτύπησε σε ένα ανάχωμα και ο ίδιος βρέθηκε στο νοσοκομείο σε άσχημη κατάσταση με σπασμένο αυχένα, λιπόθυμος για αρκετές ώρες.
Τρομερά μαχητικός όμως πίσω από το τιμόνι του αγωνιστικού του, ο Fangio δεν ήταν ο άνθρωπος που θα οπισθοχωρούσε σε καμία περίπτωση και αυτό ήταν το χαρακτηριστικό που τον έκανε να ξεχωρίζει. Ακόμη και εξαντλημένος, με χειρότερο αυτοκίνητο ή με αρκετή διαφορά πίσω από τους προπορευόμενους, ο Fangio ήταν πάντα ένα "λιοντάρι" μέσα στην πίστα, ενώ από την άλλη ήταν ένας εξαιρετικά φιλικός και σεμνός άνθρωπος έξω από αυτήν. Πάντα απέδιδε τις επιτυχίες του σε μεγάλο ποσοστό στην τύχη,αλλά και στο αυτοκίνητό του και δήλωνε ότι τον βοηθούσαν οι περιστάσεις στις επιτυχίες του.
Το 1958, σε ηλικία 47 ετών, αποφάσισε να αποσυρθεί διαπιστώνοντας ότι δεν μπορεί πλέον να τρέχει με την ίδια επιτυχία που γνώριζε τα προηγούμενα χρόνια. Ο τελευταίος του αγώνας ήταν στη Reims, όπου μάλιστα κάποια στιγμή έσπασε το πεντάλ του συμπλέκτη της Maserati και ο Fangio κατάφερε να τερματίσει τέταρτος, αλλάζοντας με δυσκολία ταχύτητες χωρίς συμπλέκτη. Στη διάρκεια του αγώνα πήρε και την οριστική απόφαση να εγκαταλείψει και ο πρώτος που το έμαθε ήταν ο μηχανικός του στα pits μετά τον τερματισμό.
Ο Juan Manuel Fangio πέθανε το 1995, σε ηλικία 84 ετών, από νεφρική ανεπάρκεια. Συνολικά, ο μεγάλος Αργεντίνος ανέβηκε 24 φορές στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου σε 51 GP, το καλύτερο ποσοστό νικών όλων των εποχών.
«Πρέπει πάντα να πιστεύεις ότι θα γίνεις ο καλύτερος, αλλά ποτέ δεν πρέπει να πιστέψεις ότι το έχεις καταφέρει.»
Juan Manuel Fangio
[youtube=425,350]2CySH-1xAQQ&feature=related[/youtube]