Πολλές φορές μου 'χει τύχει να διέρχομαι απ' την πλατεία κάποιου χωριού της ελληνικής επαρχίας, και οι θαμώνες των υπαίθριων καφενείων, οι ντόπιοι νοικοκυραίοι κι εργάτες, πληροφορημένοι για μένα τα βασικά, να παύουν αιφνιδίως το κουβεντολόι και να παρακολουθούν βουβοί και μαγνητισμένοι το αλλόκοσμο θαρρείς πέρασμά μου.
Είναι δύσκολο πράγμα να σπάσει ο πάγος με κάποιον ξένο, η οικειότητα δεν χαρίζεται, και μπροστά στην απόσταση που μας χωρίζει από δαύτον, μονάχα το σκώμμα, η επίφθονη σαχλαμάρα που θα πετάξουμε, είναι ικανή να στήσει μία υποτυπώδη γέφυρα.
Γιατί έτσι τη θέλουμε: υποτυπώδη. Σαν τα λιγοστά και, εδώ που τα λέμε, αμφίβολα πράγματα που γνωρίζουμε για τον ξένο. Κι ίσως, ποιος ξέρει, το γάντι της ειρωνείας που θα πετάξουμε να 'χει σκοπό να μείνουν τα πράγματα όπως έχουν, να εδραιωθεί δηλαδή στη συνείδησή μας ο μυστήριος και υψηλός ρόλος του ξένου, μόνο και μόνο για ν' αποτρέψουμε μια εγγύτερη συναναστροφή μαζί του.
Παίζει μπακ.
Γράφει.
(Γαμάει στη Φυλής.)
Είναι μόνος.
Υπάρχει πιο λυπηρή στιγμή απ' όταν τελειώνει το κρασί; Ιδιαίτερα αν είναι κόκκινο. Δε θέλω πολλά, δυο ποτηράκια, γεμάτα όμως, είναι αρκετά, για να σπάσει μέσα μου ο πάγος και να γράψω κι εγώ φυσικά, όπως πιστεύω ότι κάνουν όλοι οι άλλοι.
[...]
κάτω απ' τα μήπως κι απ' τα ίσως
κάτω απ' το μίσος
κυλάει ο Ιλισσός
[...]