Παχυπόδιο - Pachypodium spp.
http://[URL unfurl="true"]www.valentine.gr/images/Pachypodium_lamieri1MTFL_2.jpg[/img[/URL]]
Το Παχυπόδιο (Pachypodium) είναι ένα γένος από οπώδη και ακανθώδη δέντρα και θάμνους, ενδημικά της Αφρικής. Αποτελείτε από 20 με 24 είδη και ανήκει στη μεγάλη οικογένεια Apocynaceae. Όπως όλα τα είδη αυτής της οικογένειας - οι χυμοί του Pachypodium είναι δηλητηριώδεις για τον άνθρωπο. Η λέξη Παχυπόδιο (Pachypodium) έχει ελληνική προέλευση. Προέρχεται από τις λέξεις "παχύς" και "πόδι" και αναφέρεται στο χοντρό στέλεχος ή τη βολβώδη βάση του φυτού (caudex).
Στην πλειονότητά τους προέρχονται από τη Μαγαδασκάρη, ενώ κάποια άλλα από τη Nότια Αφρική. Ο κορμός του, που έχει συνήθως σχήμα μπουκαλιού, είναι κυρίως μονήρης και πλατύς. Το ύψος του κυμαίνεται από μικρό μέχρι έξι και μέχρι δέκα μέτρα (όπως το P. lamerii και το P. geayi) και είναι οπλισμένο με ισχυρά αγκάθια ταξινομημένα κατά ζεύγη. Ενώ στην κορυφή του διαθέτει μια ροζέτα από μακριά φύλλα (όπως τα φοινικοειδή... απ' όπου προέρχεται και η κοινή ονομασία 'φοίνικας της Μαγαδασκάρης' για μερικά είδη). Ανθίζουν τα πιο ώριμα φυτά, που μπορεί να είναι και 10 χρόνων ή και περισσότερο αν προέρχονται από σπόρο, και όπως τα περισσότερα είδη της οικογένειας Apocynaceae είναι ογκώδη και επιβλητικά.
Όλα τα Παχυπόδια είναι παχύφυτα φυτά που εμφανίζουν σε διάφορους βαθμούς τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των φυτών με παχύ κορμό που συγκρατεί νερό στο εσωτερικό (παχύκορμα) και των φυτών με αγκάθια. Αυτά είναι τα πιο γενικά χαρακτηριστικά του γένους και μπορούν να θεωρηθούν χαρακτηριστικά προς εξαφάνιση.
Παχύκορμος κορμός μορφολογικά είναι ένας διογκωμένος κορμός που αποθηκεύει νερό για να επιβιώσει το φυτό στις εποχιακές ξηρασίες ή στις περιστασιακές περιόδους αφυδάτωσης των ριζών όταν βρίσκονται εκτεθειμένες, σε ξηρό έδαφος ή πετρώδες περιβάλλον. Ωστόσο υπάρχει μεγάλη ποικιλία στις συνήθειες των κορμών των φυτών αυτών. Όλα τα Παχυπόδια εμφανίζουν παχύκορμη ανάπτυξη. Η ποικιλία στις συνήθειές τους διαφέρει στα ναναοειδή φυτά, στους θάμνους με σχήμα μπουκαλιού και στα δέντρα.
Το δεύτερο γενικό χαρακτηριστικό των παχυπόδιων είναι τα αγκάθια. Φυτρώνουν είτε σε ζεύγη είτε σε συστάδες των τριών και σχηματίζουν δαχτυλίδια γύρω από τον κορμό ή σπείρες. Τα αγκάθια μεγαλώνουν μαζί με τα φύλλα. Αναπτύσσονται για ένα μικρό διάστημα και μετά σταματούν και αρχίζουν να σκληραίνουν. Τα αγκάθια δεν ανανεώνονται κι έτσι η αποσάθρωση και τα χτυπήματα μπορεί να ξεκολλήσουν όλα τα αγκάθια εκτός από τα νεαρά και να αφήσουν τον κορμό και τα κλαδιά λεία.
Σε κάποιο βαθμό τα κλαδιά είναι χαρακτηριστικό του γένους. Χρειάζεται σύνεση και προσοχή για να εξασφαλιστεί ότι το χαρακτηριστικό αυτό θα περάσει και στις επόμενες γενιές. Το φυτό Pachypodium namaquanum είναι συνήθως χωρίς κλαδιά. Το Pachypodium brevicaule δεν έχει ξεκάθαρα κλαδιά και πιθανώς να έχει εξελιχθεί σε μια εναλλακτική μορφή κλαδιών με τη μορφή όζων, στους οποίους πάνω αναπτύσσονται τα φύλλα. τα αγκάθια και τα άνθη. Τα Παχυπόδια γενικότερα έχουν λίγα κλαδιά. Μιας και οι παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη των κλαδιών ποικίλουν ευρέως ακόμα και σε μικρές περιοχές, φυτά που ανήκουν στο ίδιο είδος εμφανίζουν μεγάλη ποικιλία στη μορφολογία των κλαδιών.
Σε αντίθεση με πολλά μέλη της Apocynaceae, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων μελών του επιφανειακά παρόμοιου Adenium, τα είδη Pachypodium δεν εκκρίνουν γαλακτώδες λατέξ. Αντιθέτως, ο χυμός είναι πάντοτε διαυγής.
Ο Φοίνικας της Μαγαδασκάρης (Pachypodium lamrei) είναι χυμώδες στέλεχος και προέρχεται από τη Μαδαγασκάρη. Έχει μεγάλα αγκάθια και μακριά φύλλα που φυτρώνουν κυρίως (μόνο) στην κορυφή του φυτού. Το φυτό φέρει μεγάλα αρωματικά λουλούδια. Είναι εντυπωσιακά, προσαρμόζονται εύκολα και σε συνθήκες καλλιέργειας μπορούν να αναπτυχθούν και να πολλαπλασιαστούν.
Το Pachypodium lamerei έχει ψηλό κορμό, χρώματος γκρι-ασημί και είναι καλυμμένο με σουβλερά αγκάθια, που φτάνουν τα 6 εκατοστά μήκος. Τα μακριά, λεπτά φύλλα του φυτρώνουν μόνο στην κορυφή του κορμού του, σαν φοινικόδεντρο. Σπάνια έχει βραχίονες. Ωστόσο τα φυτά που αναπτύσσονται σε εξωτερικό χώρο μπορούν να φτάσουν πάνω από 6 μέτρα ύψος, ενώ όσα βρίσκονται σε εσωτερικό χώρο συνήθως ψηλώνουν 1,2 με 1,8 μέτρα.
Τα φυτά που μεγαλώνουν έξω, θα εμφανίσουν μεγάλα, άσπρα, αρωματικά άνθη στην κορυφή του φυτού. Αλλά σπάνια ανθίζουν σε εσωτερικό χώρο.
---------
[b]Φυσαλίς - Physalis[/b]
[img]http://[URL unfurl="true"]www.valentine.gr/images/Physalis-alkekengi_2.jpg[/img[/URL]]
Η Φυσαλίς (Physalis) είναι ένα γένος ανθοφόρων φυτών που ανήκει στην οικογένεια των σολανοειδών (Solanaceae), ενδημικό στα ζεστά κλίματα και τις υποτροπικές περιοχές όλου του κόσμου. Το γένος αυτό έχει εξίσου καλλωπιστική και φαγώσιμη χρήση, ανάλογα με το είδος και είναι ευρέως καλλιεργούμενο σε όλο τον κόσμο. Το χαρακτηριστικό του γένους είναι οι μικροί πορτοκαλί καρποί του που όλοι μοιάζουν στο μέγεθος, το σχήμα και την κατασκευή με μικρές ντομάτες, με τη διαφορά ότι βρίσκονται (μερικώς ή εντελώς) εσώκλειστοι σε έναν μεγάλο φλοιό με χάρτινη υφή, που προέρχεται από τον κάλυκα. Πολλά είδη του φυτού Φυσαλίς αποκαλούνται "groundcherries" (μτφρ.: χαμοκέρασα). Ένα όνομα για την Physalis peruviana είναι Cape gooseberry (μτφρ.: λαγοκερασιά του Ακρωτηρίου). Δεν πρέπει όμως να συγχέεεται με την πλειοψηφία των λαγοκερασιών, που ανήκουν στο γένος Ribes.
Είναι ποώδη φυτά που αναπτύσσονται 0.4–3 μ. σε ύψος, παρόμοια στην κοινή ντοματιά - που είναι συγγενής τους - αλλά συνήθως με πιο σκληρά και πιο ευθυτενή κοτσάνια. Μπορεί να είναι είτε εποχιακά είτε πολυετή. Τα περισσότερα απαιτούν ήλιο όλη μέρα και μέτριες έως πολύ ζεστές θερμοκρασίες. Κάποια είδη είναι ευαίσθητα στην παγωνιά, αν και κάποια άλλα όπως το P. alkekengi (Κινέζικο φαναράκι) είναι ανθεκτικά σε δριμύ κρύο όταν πέσουν σε αδράνεια το χειμώνα.
Η Φυσαλίς τυπικά αναπτύσσει ελαφρώς τριχωτά φύλλα, παχιά κοτσάνια και ντελικάτα πορτοκαλοκίτρινα άνθη. Όταν ο καρπός αναπτυχθεί, ωριμάζει μεσα σε ένα φουσκωτό κέλυφος. Τα χρώματά του ποικίλουν και συνήθως είναι κόκκινο, πορτοκαλί ή κίτρινο ή κάποιες φορές πιο εξωτικό όπως το μωβ.
Οι καρποί κάποιων ειδών είναι φαγώσιμοι κι έχουν μια ελαφριά οξύτητα στη γεύση όπως οι ντομάτες. Κάποιοι έχουν νότες από τροπικά φρούτα όπως ο ανανάς ενώ άλλοι έχουν πιο γήινη γεύση. Οι καρποί της Φυσαλίς μπορούν να φαγωθούν χωρίς δισταγμό ωμοί και κομμένοι σε σαλάτες, μαγειρεμένοι, τηγανητοί, σαν σάλτσα, αποξηραμένοι και μαγειρεμένοι σαν κομπόστες ή μαρμελάδες. Κάποιες ποικιλίες είναι πιο ευχάριστες στη γεύση με ήπια γλυκύτητα, ενώ άλλες είναι πολύ γλυκές. Συγκεκριμένα τα Tomatillo (Physalis ixocarpa) είναι πολύ δημοφιλή στη Λατινική Αμερική και πλούσια σε βιταμίνη C, κάτι που τα κάνει εξαιρετικά για μια καλή διατροφή.
Στην Κινέζικη ιατρική, η Φυσαλίς χρησιμοποιείται σαν φάρμακο για τα αποστήματα, το βήχα, τον πυρετό και τον πονόλαιμο καθώς και για άλλα πράγματα. Η P. subglabrata θεωρείται από κάποιους παραισθησιογόνο φυτό και η καλλιέργειά του για σκοπούς άλλους εκτός του καλλωπιστικού είναι παράνομη στη Λουιζιάνα των Η.Π.Α. Ωστόσο, η χρήση του σαν παραισθησιογόνο δεν είναι πολύ διαδεδομένη.
Η Physalis peruviana, κοινώς γνωστή ως απλά Φυσαλίς, είναι ενδημική της Νοτίου Αμερικής, αλλά καλλιεργήθηκε στη Νότιο Αφρική στο Ακρωτήρι της Καλής ελπίδας κατά το 1800, όπου και απέκτησε την ονομασία cape gooseberry. Ο καρπός είναι ένα μικρό στρογγυλό μούρο, περίπου στο μέγεθος ενός βώλου, με πολλούς μικρούς κίτρινους σπόρους. Όταν είναι ώριμο είναι γλυκό κι έχει έντονο κίτρινο χρώμα που το κάνει ιδανικό για σνακ, πίτες και μαρμελάδες. Είναι δημοφιλές στις φρουτοσαλάτες και κάποιες φορές συνδυάζεται με το αβοκάντο. Το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του είναι το περικάρπιο με τη χάρτινη υφή που περιβάλλει κάθε καρπό. Εξαιτίας της διακοσμητικής εμφάνισης του καρπού το φυτό χρησιμοποιείται κάποιες φορές σε εστιατόρια σαν εξωτική γαρνιτούρα στα επιδόρπια. Αν ο καρπός μείνει μέσα στο χάρτινο περικάρπιο, ο χρόνος ζωής του σε θερμοκρασία δωματίου είναι 30-45 μέρες.
Η Physalis alkekengi ή αλλιώς Κινέζικο φανάρι, είναι εύκολα αναγνωρίσιμη από το ανοιχτό πορτοκαλί η κόκκινο χάρτινο περικάρπιο που μοιάζει με τα κινέζικα φαναράκια. Είναι ένα φυτό ενδημικό από την νότια Ευρώπη έως την νότια Ασία και την Ιαπωνία. Είναι ένα ποώδες πολυετές φυτό που μεγαλώνει 40–60 εκ. σε ύψος, τα φύλλα του φυτρώνουν με σπειροειδή ταξινόμηση και έχουν 6-12 εκ. μήκος και 4-9 εκ. πλάτος. Τα άνθη του είναι λευκά και σχηματίζουν μια λοβωτή στεφάνη πλάτους 10-15 χιλιοστών. Έχει έναν βασικό φουσκωτό κάλυκα που ωριμάζει μέσα στο χαρτοειδές πορτοκαλί περίβλημα με 4-5 εκ. μήκος και πλάτος.
Είναι ένα δημοφιλές καλλωπιστικό φυτό το οποίο έχει την ιδιότητα να εξαπλώνεται αρκετά εξαιτίας του ριζικού του συστήματος που απλώνει τις ρίζες του σε αρκετή απόσταση από το σημείο που αρχικά έχει φυτευτεί. έχει ξεφύγει από τα καλλιεργήσιμα όριά του σε πολλές περιοχές ανά τον κόσμο. Είναι φαγώσιμο αλλά έχει και ιατρικές χρήσεις, όμως λόγω κάποιων παρενεργειών όπως οι αποβολές και ο κοιλόπονος, πρέπει να χρησιμοποιείται με μέτρο.
Η νεκρή πια αρχαία γλώσσα των Δακών έχει αφήσει λίγα ίχνη, αλλά ο Πεδανιός Διοσκουρίδης στο έργο του "Περί Ύλης Ιατρικής" κάνει λόγο για ένα φυτό που λέγεται Στρύχνος άλικακάβος, το οποίο από τους Δάκες ονομαζόταν kykolis (ή cycolis). Κάποιοι θεώρησαν πως αυτό το φυτό είναι η Physalis alkekengi, αλλά η Ashwagandha (Withania somnifera) προτάθηκε σαν εναλλακτικός υποψήφιος για τη θέση και όντως αυτό το ευρέως διαδεδομένο φυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες φαίνεται πως ταιριάζει καλύτερα σε εκείνο που αναφέρει ο Διοσκουρίδης.
Physalis ixocarpa (Tomatillo). Αυτό το πολυετές είναι ενδημικό του Μεξικού και χρησιμοποιούνταν από τους Αζτέκους. Αντίθετα με τους καρπούς από άλλα είδη Φυσαλίς, το περίβλημα του καρπού των Tomatillo που μοιάζει με Κινέζικα φαναράκια --στην περίπτωση αυτή γεμάτα με "μικρά πράσινα ντοματάκια" (1-2" διάμετρο) με μια γεύση τάρτας που εμφανίζεται μόλις μαγειρευτούν. Είναι βασικό συστατικό της Μεξικάνικης σάλτσας verde.
----------------
[b]
Κηροπηγή - Ceropegia[/b]
[img]http://[URL unfurl="true"]www.valentine.gr/images/Ceropegia_sandersonii_5a.jpg[/img[/URL]]
Οι Κηροπηγές είναι μια ενδιαφέρουσα ομάδα φυτών που έχουν τραβήξει αρκετή από την προσοχή των βοτανολόγων, των φυτοκόμων, των κηπουρών και άλλων παθιασμένων με τα παχύφυτα. Ο Carl Linnaeus, ήταν ο πρώτος που περιέγραψε το γένος αυτό, στο βιβλίο του "Species plantarum" το 1753, κι έγραψε ότι τα φυτά έδειχναν σαν συντριβάνια από κερί. Από αυτό προέρχεται το επιστημονικό όνομα: ‘keros’ δηλαδή κερί και ‘pege’ δηλαδη πηγή (Pooley, 1998). Έχουν πολλές κοινές ονομασίες όπως φαναρολούλουδο, ομπρελολούλουδο, λουλούδι αλεξίπτωτο, ο αυλός του Βουσμάνου, κορδόνι από καρδιές, αναρριχητικό κολιέ, λουλούδι προφυλακτικό.
Το γένος Κηροπηγή ανήκει στην υποοικογένεια Asclepiadoideae, της οικογένειας Apocynaceae. Είδη αυτού του γένους εμφανίζουν ομοιότητες με τις Σταπέλιες (Stapelia spp.) Υπάρχουν περίπου 160 με 200 είδη Κηροπηγής ανά τον κόσμο και συναντώνται ευρέως στα Κανάρια Νησιά, την Αφρική, τη Μαγαδασκάρη, την Αραβία, την Ινδία, τη Σρι Λάνκα, τη νότια Κίνα, την Ινδονησία, τις Φιλιππίνες, τη Νέα Γουινέα και στην Αυστραλία.
Πολλά είδη Κηροπηγής χρησιμοποιούνται ως καλλωπιστικά φυτά σε εσωτερικούς χώρους και κάποια από αυτά είναι διαθέσιμα στο εμπόριο. Μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρους ή μοσχεύματα. Πολλά είδη της Κηροπηγής έχουν εδώδιμους κονδύλους.
Μερικά από αυτά τα πολυετή φυτά έχουν χυμώδεις βλαστούς, που μπορεί να είναι αναρριχώμενοι ή να έρπουν και να δημιουργούν ινώδεις ρίζες, αν και κάποια είδη από τα Κανάρια Νησιά αναπτύσσονται προς τα πάνω. Σε κάποια είδη, όπως η Ceropegia woodii, οι κορμοί πρήζονται στη βάση και οι ρίζες ομοίως εκτείνονται για να σχηματίσουν κονδύλους κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Τα φύλλα είναι απλά και αντικριστά και μπορεί να είναι ελάχιστα ή να απουσιάζουν τελείως. Ειδικά σε συγκεκριμένα παχύυφυτα είδη, τα φύλλα μπορεί να είναι επίσης χοντρά και σαρκώδη. Τα είδη με τις πυκνές, σαρκώδεις ρίζες έχουν αργή ανάπτυξη.
Τα άνθη εμφανίζονται είτε μεμονωμένα είτε σε συστάδες. Τα χρώματά τους είναι κόκκινο, μοβ, κίτρινο, πράσινο ή συνδυασμός αυτών. Έχουν πέταλα που σχηματίζουν μια σωληνοειδή στεφάνη κάλυκα άνθους, συχνά είναι κολλημένα στις άκρες, σχηματίζοντας έναν μικρό θόλο που μοιάζει με ομπρέλα, ή κλουβί. Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της Κηροπηγής είναι ότι οι σωλήνες των ανθών έχουν μικρές κλωστές που κρέμονται από την κορυφή προς τα κάτω σχηματίζοντας παγίδα για τις μικρές μύγες. Όταν οι μύγες προσελκύονται στο άνθος από τη μυρωδιά, δεν μπορούν να αποδράσουν μέχρι οι κλωστές να μαραθούν. Έτσι όταν αποδράσουν τελικά, η γύρη του άνθους της Κηροπηγής έχει προσκολληθεί στα σώματά τους.
Η Ceropegia stapeliiformis είναι ένα ανθοφόρο φυτό του γένους Ceropegia (Apocynaceae), ενδημικό της Νότιας Αφρικής και της Ζουαζιλάνδη. Η Ceropegia stapeliiformis είναι ένα είδος περικοκλάδας που έρπει στο έδαφος ή αναρριχάται, είναι οπώδες με ινώδεις ρίζες (που αναπτύσσονται όπου τα κοτσάνια ακουμπήσουν στο έδαφος) και έχει διαυγείς χυμούς. Τα φύλλα είναι μικροσκοπικά και υποτυπώδη και πέφτουν γρήγορα α πό τα κοτσάνια. Τα άνθη έχουν 5-7εκ. μήκος και χαρακτηριστικό σχήμα χωνιού. Το χρώμα τους είναι λευκό-πρασινωπό με καφετί βούλες ή ραβδώσεις. Τα πέταλα που περιβάλλουν το στόμιο είναι απλώνονται ελεύθερα και έχουν τρίχες. Ο καρπός του είναι σαν κουκούλι με κονδύλους. Το είδος αυτό απλώνει τις ρίζες τους συχνά σε έδαφος με μούχλα από φύλλα, σε σημεία προστατευμένα κάτω από θάμνους.
Η Ceropegia sandersonii είναι ένα ανθοφόρο φυτό του γένους Ceropegia (Apocynaceae), ενδημικό της Μοζαμβίκης, της Νότιας Αφρικής και της Ζουαζιλάνδης. Κοινές ονομασίες: φυτό-αλεξίπτωτο, φυτό-συντριβάνι, φυτό-ομπρέλα. Η Ceropegia sandersonii είναι ένα έρπον, λεπτό φυτό, σχεδόν ατριχό, με διάσπαρτα οπώδη φύλλα. Οι ρίζες σχηματίζουν πυκνές ατρακτοειδείς συστάδες. Τα χαρακτηριστικά λευκοπράσινα άνθη σε σχήμα χωνιού έχουν μήκος 5-7εκ. και βρίσκονται πάνω σε λεπτά κοτσάνια. Λόγω του ότι τα πέταλα που σχηματίζουν στεφάνη κάλυκα στα άνθη είναι μερικώς ενωμένα, το άνοιγμα των λουλουδιών κατά κάποιο τρόπο εμποδίζεται. Οι άκρες από τα πέταλα δεν χωρίζονται και σχηματίζουν μια σκεπή σαν θολωτή ομπρέλα πάνω από το λουλούδι, καθώς το ενωμένο κάτω μέρος σχηματίζει τον σωλήνα. Τα ανοίγματα ανάμεσα στα πέταλα αναφέρονται και ως παράθυρα και από εκεί προκύπτει και το όνομα παραθυρολούλουδα, που επίσης χρησιμοποιείται για αυτό το είδος (Weberling, 1992). Το άνθος προσφέρει και μια βιολογική παγίδα για τις μύγες καθώς αυτές είναι και ο επικονιαστής του. Παγιδεύει τις μύγες κατά την είσοδό τους στο σωληνοειδές άνθος και μικρές κλωστές που ξεκινούν από την κορυφή και έχουν κάθετη φορά, εμποδίζουν την έξοδο των εντόμων. Εφόσον παγιδευτεί, το θύμα γεμίζει εκτενώς με γύρη και αφήνεται ελεύθερο μόνο όταν το άνθος και οι κλωστές μαραθούν και χαλαρώσουν.
Η Ceropegia woodii είναι ένα ανθοφόρο φυτό του γένους Ceropegia (Apocynaceae), ενδημικό της Νότιας Αφρικής, Ζουαζιλάνδης και Ζιμπάμπουε. Μερικές φορές θεωρείται υποείδος της συγγενικής Κηροπογής linearis, ως C. linearis subsp. woodii. Οι κοινές ονομασίες αναφέρουν το φυτό ως αλυσίδα από καρδιές, κολιέ με καρδιές, κορδόνι από καρδιές και κληματσίδα κομποσκοίνι. Είναι ένα αναρριχώμενο, χυμώδες φυτό και πάντα πράσινο, που φτάνει από 2-5 εκ. σε ύψος και απλώνεται πάνω από 2-4 μ. σε μήκος. Τα φύλλα του έχουν σχήμα καρδιάς, με διαστάσεις 1-2 εκ. πλάτος και μήκος. Όταν εκτεθούν σε επαρκή φωτισμό έχουν βαθύ πράσινο χρώμα, ενώ στον ανεπαρκή φωτισμό παίρνουν απαλό, ξέθωρο πράσινο χρώμα. Με τα χρόνια αναπτύσσει ξυλώδεις κονδύλους (caudex) στη βάση του. Οι ρίζες, και περιστασιακά οι μίσχοι, σχηματίζουν βολβούς. Στους μίσχους, αυτοί οι βολβοί διαμορφώνονται σε όζους (κόμπους) και μάλλον είναι ο λόγος για την κοινή ονομασία του φυτού "κληματσίδα κομποσκοίνι" (rosary vine). Το άνθος είναι παρόμοιο με τα άλλα είδη Κηροπηγής. Τα πέταλα (που σχηματίζουν την στεφάνη, κάλυκα του άνθους) φτάνουν τα 3 εκ. μήκος και είναι ένας συνδυασμός χρωμάτων από άσπρο και απαλό φουξ. Τα πέντε πέταλα έχουν βαθύ φουξ χρώμα.
Η Κηροπηγή woodii είναι ένα δημοφιλές φυτό εσωτερικού χώρου, συχνά αναπτύσσεται σε κρεμαστά καλάθια, όπου τα μακριά τρεχούμενα κλαδιά του να κρέμονται μέχρι κάτω τα φύλλα με τα κενά μεσοδιαστήματά τους να μοιάζουν σα κορδόνι με χάντρες. Ορισμένες καλλιεργούμενες ποικιλίες έχουν δίχρωμα, πανασέ φύλλα. Απαιτεί καλή αποστράγγιση, πρέπει να ποτίζεται μόνο όταν είναι στεγνό και ποτέ δεν πρέπει να παραμένει μέσα στο νερό. Το παραπανήσιο νερό πρέπει να απομακρύνεται από το φυτό, μετά το πότισμα. Μπορεί να αναπτυχθεί σε εξωτερικό χώρο μόνο σε υποτροπικές και τροπικές περιοχές, με μια ελάχιστη θερμοκρασία 15 °C. Ημισκιά είναι χρήσιμη όταν το φυτό μεγαλώνει σε εξωτερικό χώρο.