ΘΑΥΜΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΑ -Οι κρυφοί «τεταρταυγουστιανοί»
Ο Μεταξάς υπήρξε ο ήρωας του «Οχι», ο πρώτος εργάτης, ο πρώτος αγρότης, με λίγα λόγια ο πατέρας μας. Η προπαγανδιστική καρικατούρα της δικτατορίας του 1936 επανέρχεται ως άποψη καθωσπρέπει δημοσιογράφων και ιστορικών
Αν ήταν μόνο ο κ. Μιχαλολιάκος και η παρέα του που λατρεύουν τον Ιωάννη Μεταξά και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου κανείς δεν θα παραξενευόταν. Ομως εδώ και μια δεκαετία, από την περίοδο δηλαδή που άρχισε να αμφισβητείται η δημοκρατική τομή της Μεταπολίτευσης του 1974, ακούγονται όλο και συχνότερα από ιστορικούς αναλυτές και δημοσιογράφους καλά λόγια για τον Μεταξά. Κανείς δεν αμφισβητεί βέβαια τον δικτατορικό χαρακτήρα του καθεστώτος 1936-1941, αλλά παράλληλα αναδεικνύονται οι «θετικές του πλευρές», κυρίως σε εθνικό και κοινωνικό επίπεδο. Τα στοιχεία και τα ντοκουμέντα που παρουσιάζουμε σήμερα δεν επιβεβαιώνουν αυτή την εξωραϊσμένη εικόνα του δικτατορικού καθεστώτος. Ισως μάλιστα να ερμηνεύουν και τους λόγους που οδηγούν κάποιους όψιμους θαυμαστές του Μεταξά να ανακαλύπτουν αρετές και επιτεύγματα σ’ αυτή τη μαύρη σελίδα της ελληνικής Ιστορίας.
Το «Οχι», αλλά στα γαλλικά
4-8-36-eon
Εν αρχή βέβαια ην το περίφημο «Οχι». Από την περίοδο της Μεταπολίτευσης αμφισβητήθηκε η μέχρι τότε γενικά παραδεκτή άποψη ότι «το είπε ο Μεταξάς». Από την πλευρά μάλιστα των αναλυτών του ευρύτερου δημοκρατικού χώρου αντιπροτάθηκε το σχήμα που μέχρι τότε πρόβαλλε μόνο η Αριστερά, ότι δηλαδή «το ‘‘Οχι’’ το είπε ο λαός», με τη γενναία στάση του στο μέτωπο. Τώρα τελευταία υπάρχει και ο συνδυασμός των δύο εκδοχών από πολιτικούς που δεν θέλουν να ταυτιστούν με τη δικτατορία, αλλά δεν θέλουν και να ξεκόψουν μαζί της: «Το ‘‘Οχι’’ το είπε και ο λαός και ο Μεταξάς» υποστηρίζουν άνθρωποι όπως ο Αδωνις Γεωργιάδης.
Η συζήτηση είναι βέβαια άχαρη. Αν θέλει κανείς να κυριολεκτήσει, κανείς δεν είπε το «Οχι», ούτε ο Μεταξάς ούτε ο λαός. Το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου 1940, το τελεσίγραφο που επέδωσε ο Ιταλός πρεσβευτής Γκράτσι στον Μεταξά δεν μπορούσε να απαντηθεί ούτε με «ναι», ούτε με «όχι». Ηταν το τελεσίγραφο της κήρυξης πολέμου, το οποίο προετοιμαζόταν τις προηγούμενες ώρες με ιταλικές ανακοινώσεις για εχθροπραξίες στην ελληνοαλβανική μεθόριο. Αυτός είναι ο λόγος που, σύμφωνα με όσα διηγήθηκαν στη συνέχεια οι δύο μόνοι παρόντες της συνάντησης, η φράση που εκστόμισε ο Μεταξάς στα γαλλικά, μόλις διάβασε το τελεσίγραφο, ήταν «Alors, c’est la guerre» («Επομένως έχουμε πόλεμο»).
Στην πραγματικότητα, δηλαδή, επρόκειτο για ένα τελεσίγραφο κήρυξης πολέμου, το οποίο δεν μπορούσε να «απορριφθεί», εφόσον δεν υπήρχε εναλλακτική λύση. Οπως διηγείται ο Κώστας Κοτζιάς, ο Μεταξάς δήλωνε στους στενούς του συνεργάτες ότι οι Ιταλοί κήρυξαν πόλεμο. Δεν υπήρχε θέμα κάποιας –έστω και ατιμωτικής–διαπραγμάτευσης: «Κυρ Κώστα έχουμε πόλεμο… οι Ιταλοί μάς τον κήρυξαν» («Ελλάς, ο πόλεμος και η δόξα της», Αθήνα 1947, σ. 28).
Το πραγματικό κλίμα εκείνου του βραδιού αποτυπώνει ο υπουργός Ναυτιλίας του Μεταξά Αμβρόσιος Τζίφος, ο οποίος μετείχε στην πρώτη κυβερνητική σύσκεψη το ξημέρωμα εκείνης της ιστορικής νύχτας: «Εξάλλου η προθεσμία του τελεσιγράφου ήτο τρίωρος, ήτοι ώς τας 6 το πρωί, ώστε δεν εδίδετο καν καιρός διά οιανδήποτε ενέργειαν, έστω και αν υπήρχε η παραμικρά διάθεσις» (ανέκδοτες «Αναμνήσεις», περιλαμβάνονται σε παράρτημα του «Ημερολόγιου Μεταξά»).
Πού βρέθηκε λοιπόν το «Οχι»; Μα ήταν μια εύστοχη δημοσιογραφική έμπνευση (εφημ. «Ελληνικό Μέλλον», 30.10.1940), η οποία μετατράπηκε γρήγορα σε βασικό προπαγανδιστικό σλόγκαν ενός καθεστώτος, το οποίο ήδη λειτουργούσε με ολοκληρωτικές μεθόδους χρησιμοποιώντας κάθε λογής ύμνους για τον «Εθνικό Κυβερνήτη».
Εκ των υστέρων, βέβαια, το «Οχι» έχει ενσωματωθεί στη μυθολογία των υπερασπιστών του Μεταξά. Ο Κοτζιάς, λ.χ., στο ίδιο βιβλίο, το αναφέρει ως γεγονός και το συνοδεύει με μια εξίσου επινοημένη κίνηση του Μεταξά: «Τότε ηκούσθη η φωνή της Ελλάδος! Ηκούσθη η επιταγή των χιλιετηρίδων από του στόματος του Ελληνος Πρωθυπουργού: ΟΧΙ! Κτυπώντος συγχρόνως τον γρόνθον του με ζωηρότητα και έμφασιν επί της τραπέζης» (σ. 27). Se non è vero, è ben trovato, που θα έλεγε κι ο Γκράτσι.
Κανένα «Οχι» δεν υπάρχει και στις καταγραφές εκείνων των ημερών στο Ημερολόγιο. Αντίθετα υπάρχουν διατυπώσεις που θα μπορούσαν να ερμηνευτούν και ως το «Οχι του λαού»! Το πρωί της 28.10 ο Μεταξάς δείχνει έκπληκτος («Φανατισμός του λαού αφάνταστος») και την επομένη αρχίζει να ανησυχεί («Με ανησυχεί η υπεραισιόδοξος Κοινή Γνώμη»).
Για να ενισχύσουν εκ των υστέρων την εικόνα του αποφασισμένου «εθνικού ηγέτη», οι απολογητές της 4ης Αυγούστου έχουν ξεχωρίσει μια μυστηριώδη καταγραφή από το Ημερολόγιο Μεταξά, ενάμιση χρόνο νωρίτερα: «Φοβερά απόφασίς μου εν περιπτώσει ιταλικής απειλής» (18.3.1939). Αλλά η ιταλική απειλή είχε εκδηλωθεί με όλες τις μορφές στο διάστημα αυτών των δεκαεννιά μηνών, με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό της «Ελλης». Ο Μεταξάς και η «φοβερά απόφασίς» του έμειναν απολύτως αδρανείς. Υπάρχει αντίθετα μια άλλη καταγραφή στο Τετράδιο των Σκέψεων του Μεταξά, λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του (2.1.1941), στην οποία ομολογείται το απόλυτο αδιέξοδο και η απελπισία του δικτάτορα από την «προδοσία» των ομοϊδεατών του Χίτλερ και Μουσολίνι:
«Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, Κράτος αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό, Κράτος με βάση αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό. Δεν έχει βέβαια κόμμα ιδιαίτερο να κυβερνά. Αλλά κόμμα ήτανε όλος ο λαός, εκτός από τους αδιόρθωτους κομμουνιστάς και τους αντιδραστικούς παλαιοκομματικούς. Επομένως, αν ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι αγωνιζότανε πραγματικά για την ιδεολογία που υψώνανε για σημαία, έπρεπε να υποστηρίζουν παντού την Ελλάδα με όλη τους τη δύναμη. Ακόμα και να ανεχότανε αν τα άμεσα συμφέροντα ή και η ανάγκη από τη γεωγραφική της θέση έφερνε την Ελλάδα κοντά στην Αγγλία. Λοιπόν, το εναντίον, η Ελλάδα έμεινε μακριά από την Αγγλία –εκτός από την απαραίτητη και αλλιώς αναγκαία φιλική σχέση. Η Ελλάδα καμιά βοήθεια ούτε έδωσε ούτε υπεσχέθη εις την Αγγλία. Επομένως η Ιταλία, που ωστόσο ανεγνώριζε την συγγένεια του ελληνικού καθεστώτος προς το δικό της, έπρεπε να είναι φιλικώτατη προς την Ελλάδα, ειλικρινά και πιστά φιλικώτατη. Και όμως ήτανε εχθρική. Από εξ αρχής εχθρική. Και στο τέλος επεζήτησε να την κατακτήση και την υποδουλώση. Για τον Χίτλερ το πράγμα δεν είναι και τόσο φανερό. Βέβαια δεν περίμενε κανείς να μεταχειριζότανε βία απάνω στην Ιταλία για να την σταματήση. Αλλά περίμενα, εγώ τουλάχιστον, ότι δεν θα είχε ευθύς εξ αρχής ξεπουλήσει την Ελλάδα στην Ιταλία σαν να ήτανε άψυχο αντικείμενο και χωρίς αξία μάλιστα. Επομένως και αυτός πηγαίνει, σχετικά με την Ελλάδα, στην κατηγορία του Μουσολίνι. Λοιπόν και ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ απέναντι της Ελλάδος δεν ωδηγηθήκανε από κανένα από τα ιδεολογικά ελατήρια που υψώνανε ως σημαία του αγώνα των. Το εναντίον, κτυπώντας την Ελλάδα, κτυπούσανε τη σημαία αυτή».
Το καταπληκτικό αυτό κείμενο δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το πώς σκεπτόταν ο Μεταξάς μέχρι το τέλος της ζωής του και κάτω από ποιες συνθήκες οδηγήθηκε η χώρα στον πόλεμο. Εξηγεί ακόμα την φαινομενική τυφλότητα των σύγχρονων εθνικοσοσιαλιστών μπροστά στα πασίγνωστα εγκλήματα του ναζισμού στην Ελλάδα.