Μπήκα - βγήκα τσακ μπαμ.
Λιγος κόσμος στο σαλόνι. Στη γαλαρία κάτι Πάκια χαϊδεύανε τις ψωλές τους περιμένοντας γεροντική πελατεία. Πάνω δεν πήγα. Κάτω στα μπουντρούμια ενα ζόμπι μαλάκιζε την πεσμένη ψωλη του. Οταν με ειδε μου εκανε νόημα να τον πλησιάσω. Τον αγνόησα.
Ανέβηκα ξανά στην κόλαση της μπίχλας, της μπόχας και του ληγμένου σπέρματος, κάθισα σε ένα μουλιασμένο κάθισμα και βάρεσα μια μαλακια μεγαλοπρεπή. Στα τελειώματα ήρθε ένα Πακι και μου ζήτησε να με τσιμπουκώσει. Του είπα όχι. Μου είπε κάτι ψόφια "κίσε με" και άδειασα μια κουτάλα της φασολάδας σπέρμα πανω του.
Αυτά. Γαμω τη ζωή μου.